νΚΑ Θεσσαλονίκης

για την αντικαπιταλιστική επανάσταση και την κομμουνιστική απελευθέρωση

  • Camping Αναιρέσεις 2014

  • Αναιρέσεις #17

  • Αφίσα ΝΑΡ-νΚΑ

  • Kατηγορίες

  • Πρόσφατα άρθρα

  • Αρχείο

  • Σελίδες του blog

  • Επικοινωνία

    Επικοινωνήστε μαζί μας μέσω του mail μας: nkathes@gmail.com
  • εισάγετε το email σας για να λαμβάνετε ενημερώσεις

    Μαζί με 9 ακόμα followers

  • Στατιστικά

    • 44,629 hits

Απόφαση του ΚΣ της νΚΑ στις 14/3

Posted by νΚΑ Θεσσαλονίκης στο Μαρτίου 20, 2010

Απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση

14 Μαρτίου 2010

Η σημερινή συνεδρίαση του Κεντρικού Συμβουλίου είναι η πρώτη που λαμβάνει χώρα μετά το συνέδριο της οργάνωσης που πραγματοποιήθηκε στις 26-28 Φεβρουαρίου. Το ΚΣ συνεδριάζει στη βάση της απόφασης του συνεδρίου. Η πρόταση που ακολουθεί αποτελεί την προτεινόμενη θεματολογία για την επικαιροποίηση της συζήτησης με βάση τις πολιτικές εξελίξεις που μεσολάβησαν και στηρίζεται σε υπάρχουσες συλλογικές επεξεργασίες.

1. Η πολιτική περίοδος

  • Η πρώτη συνεδρίαση του νέου Κεντρικού Συμβουλίου της νΚΑ γίνεται μόλις τρεις μέρες μετά τις μεγαλειώδεις κινητοποιήσεις της πανεργατικής απεργίας της 11ης Μάρτη. Μέσα σε μια περίοδο ιστορικής αναμέτρησης ανάμεσα στις δυνάμεις της εργασίας και του κεφαλαίου, μέσα σε ένα κυκεώνα εφιαλτικών αντεργατικών αλλαγών και ιδεολογικής τρομοκρατίας, αλλά και εν μέσω σοβαρών αγωνιστικών σκιρτημάτων μεγάλων μερίδων της εργατικής τάξης και της νεολαίας. Πατώντας πάνω στις αναλύσεις των αποφάσεων του πρόσφατου συνεδρίου, σχετικά με το χαρακτήρα της εποχής, της καπιταλιστικής κρίσης και των πολιτικών εξελίξεων στην Ελλάδα, επιχειρούμε μια επικαιροποίηση.
  • Τα μέτρα που εξήγγειλε ο Παπανδρέου και ψηφίστηκαν στη Βουλή αποτελούν τη συνέχεια όλης της προηγούμενης πολιτικής και είναι ένα επεισόδιο, όχι το τέλος της. Περιλαμβάνουν το τσάκισμα όχι μόνο του 14ου αλλά και του 13ου μισθού, νέες εξοντωτικές περικοπές στα επιδόματα, πάγωμα και περικοπές των συντάξεων, αύξηση του ΦΠΑ στα είδη πρώτης ανάγκης, νέα βαριά φορολογία σε καύσιμα, ποτά, τσιγάρα. Προμηνύουν αντίστοιχα ή και χειρότερα μέτρα στον ιδιωτικό τομέα, στον οποίο ήδη επικρατεί εργοδοτική τρομοκρατία και ασυδοσία. Είναι ιστορικής σημασίας αντιδραστικές ανατροπές. Δεν αφορούν μόνο οικονομικές θυσίες ούτε απλώς αφαίρεση κάποιων κατακτήσεων. Στοχεύουν στη βίαιη υποβάθμιση της αξίας της εργατικής δύναμης, στην κυριαρχία σύγχρονων «αιματηρών» μορφών άντλησης υπεραξίας.
  • Η κυβέρνηση και τα αστικά επιτελεία στην Ελλάδα και διεθνώς δηλώνουν συνεχώς ότι τα μέτρα αυτά «είναι μόνο η αρχή». Αυτό που ακολουθεί είναι η ολοκληρωτική επίθεση στο σύνολο των αναγκών και των δικαιωμάτων των εργαζομένων, η ανατροπή όλων των κοινωνικών κατακτήσεων και η βύθιση τεράστιων κομματιών στην εξαθλίωση. Είναι το χτύπημα στις συλλογικές συμβάσεις, η συνολική ελαστικοποίηση της εργασίας, η έκρηξη της ανεργίας, ο εργασιακός μεσαίωνας. Η επίθεση στην οποία ηγείται το ΠΑΣΟΚ, με την πρωτοφανή στήριξη όλων των δυνάμεων του συστήματος, έχει στην προμετωπίδα της την προσπάθεια μείωσης του ελλείμματος και του δημόσιου χρέους και ναυαρχίδα το Πρόγραμμα Σταθερότητας και Ανάπτυξης (ΠΣΑ), αλλά επιδιώκει την επίτευξη βαθύτερων αστικών στόχων. Δεν εστιάζεται μόνο στο να πληρώσουν οι εργαζόμενοι την κρίση αλλά έχει πιο βαθιές και συνολικές αναδιαρθρωτικές διαστάσεις. Αποτελεί συνέχεια αλλά και ποιοτική τομή της πολιτικής των προηγούμενων κυβερνήσεων, προσπαθώντας μάλιστα να προωθήσει και πτυχές που καθυστέρησαν ή ανατράπηκαν από την πάλη του κινήματος. Ταυτόχρονα, το σχέδιο «Καλλικράτης», το οποίο κακώς –και από δυνάμεις της αριστεράς- εκλαμβάνεται κυρίως ως συνένωση των δήμων ή περιφερικές αναδιαρθρώσεις που αφορούν την τοπική αυτοδιοίκηση και μόνο, επιχειρεί κομβική – στρατηγικού τύπου αναδιάρθρωση της δημόσιας διοίκησης. Η αντιδραστική αυτή κίνηση, πολύ περισσότερο από συνενώσεις δήμων, αφορά τον περιορισμό κοινωνικών δαπανών, την περαιτέρω εμπέδωση των ελαστικών εργασιακών σχέσεων, τη συρρίκνωση του δημόσιου τομέα, την ένταση της αστυνόμευσης και της καταστολής.
  • Πάνω στην εργατική τάξη της Ελλάδας έχουν πέσει οι αστικοί κύκλοι ολόκληρου του πλανήτη. Από τους ευρωπαίους πρωθυπουργούς και την ευρωπαϊκή τράπεζα μέχρι το ΔΝΤ και τις ΗΠΑ, όλοι παροτρύνουν για ακόμα πιο σκληρά μέτρα. Αντίστοιχα, ο αστικός συνασπισμός εξουσίας στη χώρα μας φαίνεται περισσότερο από ποτέ ενωμένος στην επίθεση ενάντια στην κοινωνική πλειοψηφία. Αν και θα ήταν λάθος να υποτιμήσουμε τους συσχετισμούς δυνάμεων και τον ανταγωνισμό μεταξύ κρατών και αστικών κύκλων, διαφοροποιούμαστε από μια λογική που αντιμετωπίζει την αντεργατική πολιτική που ασκείται μονάχα ως επιβαλλόμενη από έξω και καταλογίζει στην κυβέρνηση μονάχα τη δουλοπρέπεια. Αν και τα στοιχεία αυτά δεν είναι αβάσιμα, οι κατευθύνσεις της ΕΕ και των ιμπεριαλιστικών ολοκληρώσεων δεν εκφράζουν παρά τις συμπυκνωμένες οικονομικές, κοινωνικές και πολιτικές επιλογές του ευρωπαϊκού και διεθνούς κεφαλαίου, μαζί και του ελληνικού. Η κυβέρνηση είναι ο σχεδιαστής αυτής της απάνθρωπης επίθεσης, που ήταν οργανωμένη από καιρό, διεκδίκησε την ψήφο των εργαζομένων υποσχόμενη κοινωνικές παροχές για να φέρει τελικά μια νέα οικονομική χούντα. Για τη νέα γενιά και τους εργαζόμενους μόνο η ανατροπή αυτής της κυβέρνησης και κάθε άλλου εκφραστή αυτής της πολιτικής είναι λύση. Η ειδική διάσταση που αποκτά η ελληνική περίπτωση πατάει κι εν μέρει πάνω στην ανάγκη δημιουργίας ενός χώρου πειραματισμού των πιο ακραίων αστικών επιλογών, όπως στο παρελθόν έγιναν και άλλες χώρες. Εξίσου καθοριστικό είναι και ότι η ύπαρξη κοινωνικών αντιστάσεων είχε καθυστερήσει την νεοφιλελεύθερη επέλαση σε μια σειρά τομείς και βέβαια το παρελθόν του εξεγερτικού Δεκέμβρη είναι ακόμα πολύ νωπό στις μνήμες.
  • Βασικό όπλο στην αστική προσπάθεια υπέρβασης της κρίσης είναι η πρωτοφανής σε έκταση και βάθος ιδεολογική τρομοκρατία. Αυτή περιλαμβάνει την παραπληροφόρηση και την καταστροφολογία για την ουσία της κρίσης (την απόκρυψη δηλαδή των πραγματικών αιτιών της οικονομικής καθίζησης και την απόδοση των ευθυνών της στην κακοδιαχείριση, τον δημόσιο τομέα, τα «ρετιρέ» κ.α.), την διαμόρφωση ενός εφιαλτικού τοπίου που ο εργαζόμενος μόνος του οφείλει να συναινέσει με όσα γίνονται σε βάρος του για να «σώσει την ελληνική οικονομία». Μαζί με αυτό έρχεται η συνειδητή προπαγάνδα ενάντια στους αγωνιζόμενους και τις αριστερές φωνές, η αποσιώπηση των μεγάλων διαδηλώσεων και των πιο ανατρεπτικών ρευμάτων, η εξοργιστική προσπάθεια συμψηφισμού της επίθεσης των ΜΑΤ στον ιστορικό αγωνιστή Μ. Γλέζο με το γιαούρτωμα του προέδρου της εργοδοτικής ΓΣΕΕ κ.α. Κοινός τόπος είναι η προσπάθεια κάμψης κάθε αγωνιστικού φρονήματος, η περιθωριοποίηση κάθε επαναστατικής άποψης, η δημιουργία ενός διαρκούς αλλόκοτου φόβου, η πλήρης αποχαύνωση και αλλοτρίωση του εργαζόμενου ανθρώπου, καθώς μόνο έτσι μπορούν τα μέτρα αυτά να περάσουν αναίμακτα για την κυβέρνηση. Όταν όμως η συλλογική πάλη των εργαζομένων ξεπερνά τα ιδεολογικά όπλα, τότε ο αστικός συνασπισμός εξουσίας επιστρατεύει ολοένα και περισσότερο την κρατική καταστολή, για την επιβολή των μέτρων, για τον εκφοβισμό και την κατατρομοκράτηση. Εν τέλει η κρατική καταστολή προέκταση της εργοδοτικής τρομοκρατίας στους χώρους δουλειάς, αποτελεί τη συνέχιση της απόσπασης συναίνεσης με άλλα μέσα.
  • Η αντεργατική πολιτική και οι επιπτώσεις της κρίσης προφανώς δεν είναι ελληνικό φαινόμενο. Η τεράστια ανεργία, οι απολύσεις και η μεγάλη αύξηση της φτώχειας χτυπούν τα τελευταία χρόνια όλες τις χώρες της αναπτυγμένης δύσης. Τα μέτρα που θέλει να εφαρμόσει η κυβέρνηση ετοιμάζονται το επόμενο διάστημα και για άλλες χώρες, μάλιστα με παρόμοιες αιτιολογήσεις, μεγάλο δημόσιο έλλειμμα και χρέος. Σε αυτή την κατηγορία είναι και μεγάλες καπιταλιστικές οικονομίες όπως η Ισπανία και η Αγγλία. Από την άλλη πλευρά διεθνείς είναι και οι εργατικές αντιστάσεις που σε ορισμένες περιπτώσεις παίρνουν τη μορφή εργατικού ξεσηκωμού. Αν και δεν έχει εμφανιστεί μέχρι στιγμής ένα ισχυρό, διεθνές εργατικό – ανατρεπτικό κίνημα, οι εικόνες μεγάλων διαδηλώσεων, συγκρούσεων και καταλήψεων εργοστασίων είναι καθημερινές. Ζητούμενο βέβαια παραμένει πώς η κατακραυγή και η αγανάκτηση θα αποκτήσουν νικηφόρα προοπτική. Αυτό ενισχύει την ανάγκη το εργατικό κίνημα να αποκτήσει συνολικότερο περιεχόμενο και διεθνιστική απεύθυνση.
  • Οφείλουμε να σταθούμε στο πως πρέπει να αντιμετωπίζουμε τα μέτρα αυτά από τη μεριά της νΚΑ και κατ’ επέκταση στο πώς διαμορφώνουμε την παρέμβαση μας στη νεολαία. Δεν πρόκειται για μια επίθεση μόνο στα εισοδήματα των εργαζομένων – πόσο μάλιστα μόνο των δημοσίων υπαλλήλων – που θα αγγίξουν τη νέα γενιά έμμεσα μέσα από τη λεηλασία του εισοδήματος των γονιών της. Είναι ιστορικής σημασίας αλλαγές που χτυπούν τη νέα γενιά καθοριστικά τόσο στο παρόν (είτε εργαζόμενη είτε σπουδάζουσα), όσο ακόμα περισσότερο στο μέλλον. Τα ληστρικά μέτρα, που αν δεν ανατραπούν θα μείνουν και μετά από τη φετινή χρονιά, συνδέονται με μέτρα αντιδραστικών αναδιαρθρώσεων στην εκπαίδευση, την εργασία, την ασφάλιση κ.α. Άρα οι νέοι, συμμετέχουν σε αυτό τον αγώνα όχι από τη σκοπιά της αλληλεγγύης αλλά με ενεργητικό- πρωταγωνιστικό ρόλο για ένα αναγεννημένο- ταξικό εργατικό και νεολαιίστικο κίνημα.
  • Οι κινητοποιήσεις που ακολουθούν την επιβολή των «έκτακτων μέτρων» της κυβέρνησης αποτελούν το έδαφος για ορισμένες σημαντικές διαπιστώσεις που πρέπει να λάβουμε υπόψη στην παρέμβασή μας. Φαίνεται μια ταλάντευση στη συνείδηση του κόσμου της εργασίας, η οποία αποτυπώνεται και στο κίνημα. Από τη μία πλευρά εντείνεται η δυσφορία λόγω του δυσβάσταχτου και βαθειά αντεργατικού χαρακτήρα των μέτρων που συμπιέζει σε ακόμη ασφυκτικότερα όρια το βιοτικό επίπεδο των εργαζομένων και της νεολαίας. Αυτή η δυσφορία είναι που τροφοδοτεί τις πρώτες αντιδράσεις και τη συμμετοχή στις κινητοποιήσεις από μια καταρχήν σκοπιά διαμαρτυρίας και διάθεσης τα μέτρα να μην περάσουν χωρίς μάχη. Η όξυνση του «κοινωνικού ζητήματος» είναι αυτή που εγκυμονεί ως δυνατότητα την κλιμάκωση του αγώνα πέρα από τα σημερινά αμυντικά του πλαίσια, στη βάση της ρήξης και της ανατροπής της αντεργατικής πολιτικής Κυβέρνησης – ΕΕ – Κεφαλαίου. Από την άλλη, αυτή η κατάσταση τροφοδοτεί και τις τάσεις υποταγής. Η γενική αίσθηση ότι τα μέτρα είναι για το «κοινό καλό», «για τη σωτηρία της χώρας», πως πρέπει «όλοι να κάνουν θυσίες» για να βγει η χώρα από την παρούσα κατάσταση, συναντιέται με την πεποίθηση πως οι αγώνες δεν μπορούν να νικήσουν, δεν έχουν νόημα, είναι «χαμένα μεροκάματα» κτλ. Το που θα γύρει τελικά η λαϊκή και νεολαιίστικη συνείδηση θα κριθεί από την ανάπτυξη της ταξικής πάλης και το αν η παρέμβαση της αριστεράς θα κινηθεί σε κατεύθυνση σταθεροποίησης ή ανατροπής.
  • Εμφανίζεται με σταθερό τρόπο μια πλατιά πρωτοπορία αγωνιστών όλο το τελευταίο διάστημα, ιδιαίτερα από την εκλογή του ΠΑΣΟΚ και μετά. Πρόκειται για ένα κοινωνικοπολιτικό μπλοκ, που δεν είναι ενιαίο και δεν εμφανίζεται πάντα σύσσωμο, το οποίο αναφέρεται στην αριστερά πολιτικά και κινηματικά και αποτελεί βασικό πυρήνα των μεγάλων κινητοποιήσεων του τελευταίου τετράμηνου (Πολυτεχνείο, Δεκέμβρης, Απεργίες). Η διάρκεια της εμφάνισης ενός τέτοιου μπλοκ δείχνει την βαθύτερη πολιτική και κινηματική στράτευση, μιας κρίσιμης μάζας αναμέτρησης με την αντεργατική λαίλαπα που η αστική απάντηση στην κρίση φέρνει. Στόχος είναι αυτό το δυναμικό, το οποίο δεν πρέπει να θεωρείται δεδομένο, να υπερβεί κοινωνικά, αριθμητικά και πολιτικά τα σημερινά του όρια. Τέτοιο δείγμα γραφής αποτελούν οι κινητοποιήσεις της 11ης Μάρτη, οι οποίες ενώ για κάποιες δυνάμεις αποτελούν το κύκνειο άσμα της αντιπαράθεσης με τη δέσμη μέτρων της κυβέρνησης, πρέπει να ιδωθούν σαν εφαλτήριο για την πολύπλευρη συνέχιση και κλιμάκωση του επόμενου διαστήματος.
  • Ο εργοδοτικός συνδικαλισμός των ΓΣΕΕ – ΑΔΕΔΥ δείχνει διαρκώς πως βρίσκεται όχι μόνο μακριά, αλλά απέναντι από τις ανάγκες και τα δικαιώματα των εργαζόμενων. Ειδικά η ΓΣΕΕ, κρατώντας την παράδοση που δημιούργησε στην εξέγερση του Δεκέμβρη με την αναστολή των συγκεντρώσεων, κλιμάκωσε την στάση της με τη μη προκήρυξη απεργίας για τον προϋπολογισμό και την απεργοσπαστική της στάση το Φλεβάρη. Έπαιξε όλο το τελευταίο διάστημα ρόλο, επί της ουσίας, αναστολής έκφρασης της εργατικής δυσφορίας προσπαθώντας να αποφύγει την –έστω και κατά λάθος- εμφάνιση ενός μαζικού ρεύματος καταδίκης των κυβερνητικών επιλογών. Η στάση αυτή την έφερε σε ρόλο παρατηρητή των κινητοποιήσεων και την υποχρέωσε σε συμμετοχή, οπού βέβαια δεν δίστασε ακόμα και να αξιοποιήσει ανοιχτά τις κρατικές δυνάμεις καταστολής απέναντι στα μπλοκ των πρωτοβάθμιων σωματείων.
  • Διαφορετικού επιπέδου κριτική οφείλουμε να κάνουμε στις δυνάμεις του ΠΑΜΕ. Σε αντίθεση με ΓΣΕΕ- ΑΔΕΔΥ, δίνουν μεγάλη μάχη σε χώρους δουλειάς κινητοποιώντας μάλιστα μεγάλα κομμάτια εργαζομένων. Ωστόσο προσδεμένο στη λογική του ΚΚΕ που αρνείται τα δυνατότητα ανατροπών στο σήμερα, πατάει πάνω στην αδυναμία του εργατικού κινήματος, για να ισχυροποιήσει τη λογική του «να βγάλει ο λαός συμπεράσματα» επιδιώκοντας μονάχα την εκλογική άνοδο. Αρνείται την κοινή δράση των ταξικών δυνάμεων και τελικά βάζει αναχώματα στην προσπάθεια δημιουργίας ενός μαζικού, ταξικού ανατρεπτικού ρεύματος. Αυτό αποδεικνύεται με τη στάση του μέχρι στιγμής στις απεργιακές κινητοποιήσεις.
  • Ο ΣΥΝ/ΣΥΡΙΖΑ συνολικά δεν έχει ξεφύγει από την υποταγή του στην συνδικαλιστική γραφειοκρατία, παρότι υπάρχουν και πρέπει να εξαντληθούν οι δυνατότητες κοινής δράσης με δυνάμεις, στο μέτρο που απεγκλωβίζονται από την υποταγή στην ΓΣΕΕ-ΑΔΕΔΥ και συντάσσονται με τις διαδικασίες βάσης των σωματείων. Η συνολική στρατηγική του ανεπάρκεια, η αναζήτηση δηλαδή μιας φιλεργατικής εναλλακτικής εντός του ίδιου του καπιταλισμού, της Ε.Ε. κλπ. καθορίζει και τη στάση του απέναντι στο εργατικό κίνημα και την απάντηση του. Έτσι, παρότι μπορεί κομμάτια του να προσεγγίζουν μια διαφορετική λογική για το εργατικό κίνημα, είτε ως θετική επιλογή είτε αισθανόμενα πίεση από τη δυναμική του από τα κάτω συντονισμού είτε προσπαθώντας να το καπηλευτούν, δεν αλλάζει η συνολική φυσιογνωμία του και, τελικά, όλες οι πλευρές δεν ξεφεύγουν από μια διαχειριστική λογική.2. Κλιμάκωση του αγώνα – ΣχεδιασμόςΟι εξελίξεις του τελευταίου διαστήματος φέρνουν στο προσκήνιο την ανάγκη μιας αναβαθμισμένης, από την πλευρά μας, συζήτησης για την κλιμάκωση της πάλης. Εντοπίζουμε ορισμένα, προϋποθέσεις, αφετηρίες και στόχους, σε αυτή τη διαδικασία, τα οποία αφορούν στο περιεχόμενο, τις μορφές και τη φυσιογνωμία του αγώνα:

    Α) ΑΓΩΝΑΣ ΔΙΑΡΚΕΙΑΣ: Στο διάστημα που ακολουθεί επιδιώκουμε την άμεση κλιμάκωση του αγώνα σε κάθε κλάδο και μέτωπο, όπου αυτό είναι δυνατό. Αντιμετωπίζουμε την αμέσως επόμενη περίοδο, λαμβάνοντας υπόψη εξίσου τις δυνατότητες και τις αδυναμίες της. Είναι στοίχημα όχι μόνο η συνέχιση που θα «κρατάει ζεστό το κλίμα», αλλά και η κλιμάκωση στις βασικές πλευρές της πολιτικής γραμμής και της κοινωνικής διεύρυνσης του κινήματος. Η ανατροπή της πολιτικής του ΠΑΣΟΚ δεν κρίνεται αποκλειστικά στην έκβαση και τις πολιτικές πρωτοβουλίες των επόμενων εβδομάδων. Έχουμε την τοποθέτηση αυτή όχι στο όνομα μιας γενικόλογης «στροφής στο πολιτικό» ή πόσο μάλλον της «υπεκφυγής από τη μάχη», αλλά έχοντας βαθειά πεποίθηση ότι η νικηφόρα έκβαση οποιουδήποτε αγώνα προϋποθέτει την ύπαρξη ενός μαχητικού εργατικού και νεολαιίστικου ρεύματος σύγκρουσης, ρήξης κι ανατροπής. Ένα ρεύμα τέτοιο δεν διαμορφώνεται «έξω από τις μάχες», ούτε θα έρθει σαν «μάνα εξ ουρανού» αλλά είναι αποκύημα της φοβερής έντασης του κοινωνικού ζητήματος και της διαρκούς πάλης για κλιμάκωση σε μορφή και περιεχόμενο στο σήμερα των πιο πρωτοπόρων εκφράσεων του κινήματος και της αριστεράς. Με τον τρόπο αυτό δεν βλέπουμε αγεφύρωτα χάσματα μεταξύ της απολύτως αναγκαίας γραμμής άμεσης κλιμάκωσης και της ανάγκης για διαρκή αγώνα ενάντια στις επιλογές του κεφαλαίου.

    Β) ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΛΙΜΑΚΩΣΗ: Η ανάγκη για συνολικότερες απαντήσεις δεν απορρέει μόνο ως αναγκαιότητα για την ανατροπή της αστικής πολιτικής, αλλά ταυτόχρονα χρωματίζει τις συζητήσεις στους χώρους δουλειάς και παρέμβασης, αποτελεί ερώτημα του ίδιου του κόσμου. Είναι, έτσι, αναγκαία και δυνατή η κλιμάκωση στο περιεχόμενο με κύριους άξονες τον αντικυβερνητικό αγώνα και την αντί-ΕΕ πάλη. Τα «έκτακτα μέτρα» και το ΠΣΑ συνιστούν κυβερνητική επιλογή στο πλαίσιο της ΕΕ, και όχι γενικώς «επιταγές» έξωθεν επιβαλλόμενες. Αναβαθμίζεται το σύνθημα ανατροπής της κυβέρνησης και της πολιτικής της, αλλά και συνολικά του πολιτικού συστήματος (βλέπε στάση ΝΔ – ΛΑΟΣ). Ταυτόχρονα, είναι εξαιρετικά εξόφθαλμος ο ρόλος της ΕΕ και είναι σημαντική από την πλευρά μας η παρέμβαση που θα αναδεικνύει τον αντιδραστικό χαρακτήρα της αφενός, αλλά και τη σχέση με τις αστικές κυβερνήσεις αφετέρου. Απέναντι στις «νέες λογικές εξάρτησης» που αναδύονται θα πρέπει να δούμε τις πραγματικές συνθήκες στις οποίες στηρίζονται και να αναδεικνύουμε ταυτόχρονα το αίτημα να πέσει η κυβέρνηση, να βγει η Ελλάδα – και όχι μόνο – από την ΕΕ, και να είναι διεθνιστικός στόχος του κινήματος η διάλυσή της. Είναι πια φανερό ότι δεν εξυπηρετεί τίποτε άλλο από τα συμφέροντα του κεφαλαίου και των αστικών τάξεων που την συγκροτούν.

    Γ) ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΑ ΙΔΕΟΛΟΓΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΓΡΑΜΜΗΣ. Έχοντας ως κεντρικό το παραπάνω πλαίσιο του αντικυβερνητικού και αντί-ΕΕ αγώνα δεν πρέπει να υποτιμήσουμε την ανάγκη εμπλουτισμού της πολιτικής μας επιχειρηματολογίας με τρόπο που να μπορεί να αντιπαρατίθεται με την αστική γραμμή, την οποία, μάλιστα, σε μεγάλο βαθμό έχει ενσωματώσει η πλειοψηφία της κοινωνίας (αν όχι ολόκληρη σε πλευρές της). Η ιδεολογική εκστρατεία του «αντιπάλου» αξιοποιεί τρία σημεία κλειδιά: Τον κοινωνικό αυτοματισμό και την αντίθεση μεταξύ των «προνομιούχων» δημόσιων υπάλληλων και των «τίμιων» ιδιωτικών, τον κίνδυνο «χρεοκοπίας της χώρας» και τρίτον η οικοδόμηση στη βάση της αποτροπής της ενός ρεύματος εθνικής ομοψυχίας. Απέναντι στις προσπάθειες ενίσχυσης του κοινωνικού αυτοματισμού πρέπει να αναδείξουμε τα μέτρα που χτυπούν το σύνολο των εργαζομένων, και τα οποία άλλωστε έχουν ήδη σε έναν βαθμό συνενώσει στο δρόμο αυτά τα κομμάτια. Η αύξηση του ΦΠΑ και το φορολογικό, το ασφαλιστικό, η ελαστικοποίηση της εργασίας, οι απολύσεις και το πάγωμα το προσλήψεων, το πάγωμα μισθών του δημοσίου και των συλλογικών συμβάσεων δεν πλήττουν κάποιους, αλλά όλους. Ακόμη, το χτύπημα στο δημόσιο, ανοίγει τις πόρτες για ένα μεγαλύτερο ξεσάλωμα στον ιδιωτικό τομέα, ενώ ακόμη κι αν ορισμένοι κλάδοι έχουν περισσότερα κεκτημένα στόχος πρέπει να είναι η καθολική ισχύς και διεύρυνσή τους και όχι η εξίσωση προς τα κάτω.

    Δεν μπορεί εξ ονόματος της διάσωσης της «εθνικής οικονομίας» να επιχειρείται η χρεοκοπία των εργαζομένων και της νεολαίας. Πώς γίνεται να «σώζεται η χώρα» με μόνο τρόπο την εξαθλίωση ευρύτερων μαζών που εξωθούνται στα όρια της επιβίωσης ή υπερχρεώνονται για να τα βγάλουν πέρα; Για ποιο λόγο οι κυβερνήσεις και η ΕΕ επιλέγουν πρώτα από όλα να κόψουν «τις περιττές δαπάνες» για μισθούς, συντάξεις, δωρεάν, υγεία, παιδεία, ασφάλιση; Τίνος προστάτες είναι αυτοί που δε βάζουν χέρι στο κεφάλαιο, στην εκκλησία, τους εξοπλισμούς; Ποιος είναι άραγε ο ορατός για όλους κίνδυνος: οι «Τούρκοι» ή η φτώχεια; Ποιον εξυπηρετεί και ποιον όχι το να παγώσουν οι εξοπλισμοί σε Ελλάδα και Τουρκία; Οι Έλληνες έχουν κοινό συμφέρον ή μήπως το κοινό συμφέρον των Ελλήνων εργαζομένων είναι κοινό με των υπόλοιπων εργαζομένων διεθνώς και όχι με τους Έλληνες κεφαλαιοκράτες; Αντίστοιχα ερωτήματα εγείρονται για την έξοδο από την ΕΕ ή την πτώση της κυβέρνησης. Να αναδεικνύουμε πλευρές όπως το ότι δεν μπορεί να μας βγάλει από την κρίση η πολιτική που μας έφερε ως εδώ ή ότι δεν μπορεί κανείς να ελπίζει στη δήθεν διαφορετική «σοσιαλιστική διαχείριση» – σοσιαλιστές δεν δηλώνουν άλλωστε το ΠΑΣΟΚ, ο Στρος, ο Αλμούνια και ο Τρισέ; Να αναδεικνύουμε ακόμη την ουσία και τη φύση του δημόσιου χρέους – ελλείμματος, εξηγώντας ότι δεν περιορίζεται μόνο στα φαινόμενα διαπλοκής, σκανδάλων και κακοδιαχείρισης (που όντως υπάρχουν και προκαλούν το κοινό αίσθημα) αλλά ότι πολύ περισσότερο αποτελεί νόμιμο και θεσμοθετημένο αποτέλεσμα της αναγκαίας (για τους καπιταλιστές) ενίσχυσης – συμμετοχής των δημοσίων οικονομικών στην καπιταλιστική κερδοφορία και ανάπτυξη. Κάτι που γίνεται φανερό από τις επιδοτήσεις και τα δάνεια σε επιχειρήσεις, τις αγορές στρατιωτικών εξοπλισμών βάσει των υποχρεώσεων που απορρέουν από το πεδίο των ενδοκαπιταλιστικών – ενδοϊμπεριαλιστικών ανταγωνισμών, τα διάφορα πακέτα ενίσχυσης της ρευστότητας των τραπεζών (όπως αυτό των 28 δις που δόθηκε στην Ελλάδα). Ειδικά για τη σημερινή περίοδο και για την Ελλάδα, πρέπει να τονίσουμε ότι το περιβόητο έλλειμμα είναι ένα υπερπολύτιμο όπλο για το κεφάλαιο έτσι ώστε από τη μία να «κοινωνικοποιήσει τη χασούρα» που παρουσιάζει η επιχειρηματικότητα λόγω της κρίσης με τον πιο άμεσο και αποτελεσματικό τρόπο και από την άλλη να προωθήσει τις πιο σκληρές διαρθρωτικές αλλαγές που όλα τα τελευταία χρόνια είχε και έχει ανάγκη.

    Αυτού του είδους τα ερωτήματα και οι συζητήσεις διεξάγονται σε κάθε χώρο συζήτησης και πρέπει να τα απαντούμε, να εμβαθύνουμε με στόχο τη ριζοσπαστικοποίηση, την μετατόπιση προς τα αριστερά της εργατικής συνείδησης. Για να τα διεκδικήσεις αυτά με όρους πολιτικής και ιδεολογικής ηγεμονίας, πρέπει να συνδέσεις αιτήματα όπως η ανατροπή του ΠΣΑ, η απειθαρχία στην ΕΚΤ, η φορολογία στο κεφάλαιο με συνολικότερες διεκδικήσεις που σήμερα είναι πιο αναγκαίες και επίκαιρες από ποτέ, όπως η αντικαπιταλιστική ρήξη-αποδέσμευση από Ε.Ε. – ΔΝΤ, η αναγκαστική απαλλοτρίωση του χρέους και των τόκων, η εθνικοποίηση των τραπεζών και των επιχειρήσεων στρατηγικής σημασίας, το πάγωμα των στρατιωτικών δαπανών και η έξοδος από το ΝΑΤΟ.

    Δ) ΠΟΛΥΜΟΡΦΗ ΚΑΙ ΠΟΛΥΕΠΙΠΕΔΗ ΔΡΑΣΗ: Η πολύμορφη δράση αποτελεί απαραίτητο όρο για την έμπρακτη υλοποίηση του αγώνα διαρκείας και για την ανάπτυξη ενός ρεύματος ρήξης και ανατροπής. Στο πλαίσιο της πολυμορφίας βλέπουμε την υιοθέτηση διαφορετικών μορφών αγώνα που ενισχύουν και εμπλουτίζουν τα κεντρικά κινηματικά ραντεβού (απογευματινές κινητοποιήσεις, πικετοφορίες, καταλήψεις κ.ο.κ.) και δίνουν διέξοδο αγωνιστικής έκφρασης ευρύτερων κοινωνικών κομματιών. Ταυτόχρονα, αφορούν την υιοθέτηση ποικίλων τρόπων οργάνωσης της δράσης και της συσπείρωσης των εργαζομένων από τα κάτω (επιτροπές και πρωτοβουλίες όπου είμαστε μειοψηφίες ή δεν έχουμε σωματεία, επιμέρους συντονισμούς, δημιουργία κέντρων αγώνα).

    Τέλος, έχει εξαιρετική πολιτική σημασία η παρέμβαση σε όλα τα επίπεδα. Η πολιτική μας πρόταση δεν στηρίζεται μόνον στην ανάπτυξη κινήματος και αγώνων. Η οργάνωση και τα μέτωπα έχουν κομβικό ρόλο σε μια διαδικασία κλιμάκωσης. Το καθένα από αυτά τα επίπεδα συμβάλλει με διαφορετικό τρόπο και αξιοποιούνται στη μάχη το καθένα χωριστά και όλα μαζί. Με αυτή την έννοια η κλιμάκωση του αγώνα περνά μέσα από την αναβάθμιση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, των διαδικασιών της και της υποστήριξης της καμπάνιας, μέσα από τις κινήσεις πόλεις και τα σχήματα, το Δίκτυο Σπάρτακος και την Επιτροπή Αλληλεγγύης Στρατευμένων, το ρόλο της ΕΑΑΚ, την αυτοτελή παρέμβαση με τα υλικά του ΝΑΡ και της νΚΑ.

    Ε) ΑΝΑΔΕΙΞΗ ΤΩΝ ΝΙΚΩΝ ΤΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ. ΕΝΙΣΧΥΣΗ ΤΗΣ ΠΙΣΤΗΣ ΣΤΗ ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΚΑΤΑΚΤΗΣΕΩΝ: Καθοριστικό στοιχείο της παρέμβασης μας είναι, μέσα από τους ίδιους τους αγώνες, να ενισχύεται η αυτοπεποίθηση των αγωνιζόμενων, η πίστη ότι ο αγώνας δεν γίνεται για την «τιμή των όπλων» αλλά για την απόκρουση των αντεργατικών αλλαγών και την απόκτηση κατακτήσεων στο σήμερα. Η επιτυχημένη μάχη του Συλλόγου Βιβλίου- Χάρτου με την ανάκληση της απόλυσης του Ντ. Παλαιστίδη είναι ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα που οφείλει να γίνει σημαία μας. Αποδεικνύει ότι ο ανυποχώρητος- ανεξάρτητος αγώνας μπορεί να οδηγήσει σε νίκες –εν μέσω κρίσης- και όχι η εργοδοτική συνδικαλιστική γραφειοκρατία.

    Α. Εργατικό Κίνημα

    Με βάση όσα αναπτύξαμε πρωτύτερα:

  • Για την ανάπτυξη των αγώνων και την κλιμάκωση του αγώνα είναι απαραίτητη μια πλατιά και πολύμορφη καμπάνια και ενημέρωση στους χώρους δουλειάς με όλο τον ιδεολογικό εξοπλισμό για τον χαρακτήρα των μέτρων και συνολικά της πολιτικής της κυβέρνησης και της ΕΕ. Όχι μόνο για να σπάσει το κλίμα του φόβου απέναντι στην κρίση, αλλά για να πληγεί η ιδεολογική και πολιτική ηγεμονία για τη στρατηγική στόχευση των μέτρων.
  • Πρέπει να υποστηρίξουμε τη λογική του ανένδοτου και συνεχώς κλιμακούμενου, με αποφασιστικές καμπές αγώνα. ΑΝΑΤΡΟΠΗ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΙΣΟΔΗΜΑΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΤΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΤΩΡΑ. Να αναπτύξουμε και να προβάλλουμε την αντι-ΕΕ, αντικυβερνητική, αντικαπιταλιστική πάλη και προοπτική.
  • Να σηκώσουμε τη γραμμή της συγκρότησης στη βάση, μέσα από τα πρωτοβάθμια σωματεία και τους συντονισμούς τους (που διαρκώς πληθαίνουν), τις επιτροπές αγώνα και τις συνελεύσεις. Αυτές μόνο οι διαδικασίες μπορούν να εξελιχτούν σε πραγματικό πανελλαδικό κέντρο αγώνα με σημαντική επίδραση στην κατεύθυνση που θα πάρει η μαζική πάλη. Επιτροπές αγώνα και δραστηριότητες σε χώρους που δεν υπάρχουν σωματεία, στην ελαστική εργασία και τους ανέργους, σε χώρους που επικρατούν εργοδοτικές και γραφειοκρατικές πρακτικές στα σωματεία. Προσπάθεια για κοινή δράση με όλους όσοι παλεύουν για την ανατροπή των μέτρων και την αναγέννηση του εργατικού κινήματος.Σε αυτά είναι αναντικατάστατος ο ρόλος της αντικαπιταλιστικής πτέρυγας και των σχημάτων, όπου σε αυτή τη φάση μπορεί και πρέπει να παίξει ρόλο του αποφασιστικού-συνδετικού κρίκου και πολιτικού νεύρου, με την προώθηση – υποστήριξη αυτής της πολιτικής λογικής, για την ανάπτυξη του κινήματος και την δουλειά γύρω από τα απαιτούμενο πλαίσιο πάλης. Τα σχήματα παίζουν σημαντικό ρόλο σε αυτή τη φάση, λείπει όμως η ενωτική τους εμφάνιση και παρέμβαση (όπως είχαν πράξει στη προηγουμένη μάχη του ασφαλιστικού), η συμφωνία και κοινή υποστήριξη ενός πλαισίου πολιτικής λογικής, στόχων πάλης και πρωτοβουλιών σε αυτή τη φάση. Τα σχήματα οφείλουν να πρωτοστατήσουν στην ανάπτυξη των αντιστάσεων και του αγώνα στους χώρους με την χρήση όλων των αναγκαίων μορφών (υπογραφές για συνελεύσεις, συγκρότηση επιτροπών αγώνα κλπ. Είναι, τέλος, απαραίτητα η συμβολή όλου του δυναμικού στη μάχη που δίνεται.Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η παρέμβαση και η δημιουργία μορφών έκφρασης του διαρκώς διευρυνόμενου δυναμικού της εργασιακής περιπλάνησης, του πλέγματος ειδίκευσης-κατάρτισης. Του δυναμικού που εμφανίστηκε τον περυσινό Δεκέμβρη, αλλά δεν έχει μπορέσει ακόμη να βρει δρόμους συσπείρωσης και δράσης. Οχήματα σε μια τέτοια προσπάθεια μπορούν να είναι οι στοχευμένες παρεμβάσεις σε τοπικό επίπεδο, η συγκρότηση παρέμβασης (και σχημάτων) σε κλάδους όπου κυρίως εργάζεται η νέα εργατική βάρδια, ειδικές πρωτοβουλίες για τους εργαζόμενους φοιτητές, η νέα βάρδια και η ΠΝΕ και τα γενικά πολιτικά οχήματα.

    Β. Φοιτητικό Κίνημα

    Στο πλαίσιο της ευρύτερης κοινωνικής κατάστασης η πολιτική παρουσία του φοιτητικού κινήματος και της ΕΑΑΚ έδειξε ανοδικά στοιχεία. Υπάρχει η δυνατότητα υπέρβασης μιας πρώτης δυσκαμψίας ανταπόκρισης των σχημάτων στην πολιτική γραμμή και παρέμβαση που απαιτεί η περίοδος. (μπαίνει σε κρίση μια λανθάνουσα φυσιογνωμία κοινωνικού χώρου που το τελευταίο διάστημα χαρακτήριζε την παρουσία της πτέρυγας, φοιτητοκεντρικής παρέμβασης μπροστά στα ευρύτερα κοινωνικά γεγονότα). Επετεύχθη σε ένα βαθμό η συμμετοχή και ο συντονισμός στην πράξη με διάφορες κινήσεις και γεγονότα στα οποία συμμετείχαν οι δυνάμεις μας στο εργατικό κίνημα (περιφρουρήσεις απεργιών, κινήσεις αλληλεγγύης σε κλάδους κ.α.). Ιδιαίτερα σημαντική ήταν και η παρουσία του φοιτητικού κινήματος μέσα από συνελεύσεις – περίπου 40 στον αριθμό πανελλαδικά – που επικράτησε το πλαίσιο της ΕΑΑΚ στην απεργία της 11ης Μάρτη. Η ΕΑΑΚ και το φοιτητικό κίνημα έδειξαν να συγχρονίζονται, σχετικά, με τον βηματισμό του εργατικού κινήματος δίνοντας πραγματική αρωγή στην ένταση και στην κλιμάκωση του αγώνα σε μορφή και περιεχόμενο. Βέβαια, από την άλλη, πρέπει να διαπιστώσουμε και τις σημαντικές υστερήσεις που έχουν να κάνουν με την αδυναμία μας σε πολλές σχολές να αντιπαρατεθούμε νικηφόρα στις καθεστωτικές παρατάξεις που πρόβαλαν την λογική της μετριοπαθούς αποδοχής των μέτρων και του ατομικού δρόμου ως γενική λύση. Επίσης, σε αντιπαράθεση με τις δυνάμεις της ΠΚΣ και του ΜΑΣ αρχικά εντοπιζόταν μια προβληματική σε ότι έχει να κάνει με τη δική μας αναφορά στις εργατικές κινητοποιήσεις και τον φορέα που συντασσόμασταν, στην λογική για ταξική αγωνιστική ενότητα που ελλιπώς προβάλλαμε.

    Στις δύο εβδομάδες που απομένουν μέχρι το Πάσχα η κλιμάκωση και από την πλευρά του φοιτητικού κινήματος είναι ζητούμενο. Βασική πτυχή είναι η υπηρέτηση της λογικής του μαχητικού αγώνα διαρκείας για την ανατροπή του Προγράμματος Σταθερότητας και των «έκτακτων» μέτρων που προωθεί η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ με την πλήρη στήριξη του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Πρέπει να τονιστεί ο αγώνας διαρκείας για την ανατροπή των μέτρων και της πολιτικής αυτής έχει νόημα (άρα και όσες κινητοποιήσεις/καταλήψεις έχουν έως τώρα πραγματοποιηθεί) και μπορεί να φέρει αποτελέσματα. Παράλληλα σημαντική είναι και η αυτοτελής εμφάνιση του φοιτητικού κινήματος και η ανάδειξη των επιδίκων σύγκρουσης με την κυβερνητική πολιτική στον χώρο των πανεπιστημίων (η σταδιακή προώθηση του Εθνικού Πλαισίου Προσόντων, της ιδιωτικής εκπαίδευσης και της εφαρμογής του Νόμου Πλαίσιο).

    Το ζήτημα του ασύλου, όπως φάνηκε και όλο το προηγούμενο διάστημα, αποκτά αναβαθμισμένα επιθετικά χαρακτηριστικά από την πλευρά της κυβέρνησης και συνολικά του αστικού συνασπισμού εξουσίας. Σε αυτή τη βάση πρέπει να σταθούμε στην ανάγκη μιας πιο αποτελεσματικής συζήτησης και δράσης καταρχήν της Ε.Α.Α.Κ. πάνω στο ζήτημα, με τα ειδικά χαρακτηριστικά που αυτό εμπεριέχει, που να μπορέσουν να αποτυπωθούν άμεσα και αποτελεσματικά στο φοιτητικό κίνημα. Πρέπει λοιπόν να συμβάλλουμε ακόμη πιο αποφασιστικά στην ενίσχυση των βημάτων που γίνονται στην πτέρυγα το τελευταίο διάστημα στην κατεύθυνση υπέρβασης μιας λογικής πρακτικισμού και μονοσήμαντων προσπαθειών αποσπασματικών αποκρούσεων της μιας ή της άλλης επιθετικής ενέργειας των δυνάμεων καταστολής απέναντι στο άσυλο. Να επιχειρήσουμε εκ νέου την επανοηματοδότηση του ασύλου ως πραγματική κατάκτηση – όπλο του φοιτητικού και ευρύτερα νεολαίστικου και εργατικού κινήματος. Που να αντιστρέφει τα ερωτήματα που θέτουν κυβέρνηση – πρυτανείες – ΜΜΕ σχετικά με την οριοθέτηση του ασύλου και του «τι χωράει» ή «δε χωράει» μέσα σε αυτό. Που να θέτει μέσα στη φλόγα των ίδιων των κινηματικών διεργασιών διαρκώς, επιθετικά και στην πράξη το δίπολο: άσυλο – δυνατότητα ανάπτυξης αγώνων που υπερβαίνουν και την αστική νομιμότητα στη βάση των διεκδικήσεων που θέτουν από τη μία ή ασυλία της επιχειρηματικότητας και συνολικά της αστικής πολιτικής να χτυπάει ανάγκες και δικαιώματα της θιγόμενης κοινωνικής πλειοψηφίας από την άλλη. Ενδεικτικό παράδειγμα (όχι σαν κανόνας αλλά σαν στοιχείο μεθοδολογίας)της παραπάνω λογικής μπορεί να αποτελεί ο αγώνας που δόθηκε πέρσι ενάντια στις εργολαβίες στη Θεσσαλονίκη με τη συνεχιζόμενη κατάληψη της πρυτανείας του Α.Π.Θ. Η υιοθέτηση της συγκεκριμένης μορφής και η πλαισίωση της από μαζικούς συλλογικούς φορείς αποτέλεσε έμπρακτη πρόκληση και πέταξε το γάντι σε πρυτανεία και κυβέρνηση, αναγκάζοντας τους σε άτακτη υποχώρηση από τις απειλές για άρση του ασύλου και είσοδο της αστυνομίας που αρχικά είχαν διατυπώσει. Με τέτοιο κριτήριο πρέπει να αναπτυχθούν και οι αναγκαίες πρωτοβουλίες που με πιο αυτοτελή χαρακτηριστικά (για το ίδιο το ζήτημα) θα πάρουμε στο επίπεδο του φ.κ. το επόμενο διάστημα.

    Η εμφάνιση του φοιτητικού κινήματος όχι με όρους «αυτονόμησης» και παραλληλίας σε σχέση με την οξυμένη κοινωνική πραγματικότητα (στην οποία κυριαρχεί αυτό που οι δυνάμεις μας ονομάζουν «κοινωνικό ζήτημα» ως τέτοιο στην παρούσα καμπή) αλλά με όρους συμβολής στο μέτωπο παιδείας εργασίας (και δημοκρατίας), με όρους συμβολής στην πολιτική «περικύκλωση» της κυβέρνησης και της αναβαθμισμένης επίθεσης που διεξάγει σε νεολαία και εργαζομένους.

    Γ. ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α

    Στην κατεύθυνση της απόφασης του συνεδρίου κρατάμε τις βασικές πολιτικές κατευθύνσεις:

    Ως νΚΑ οφείλουμε να σχεδιάσουμε συγκεκριμένα τις πρωτοβουλίες μας για την αναβάθμιση της πολιτικής συμφωνίας στην ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α, τόσο με ενιαίο τρόπο με το Ν.Α.Ρ. όσο και αυτοτελώς. Η ιδιαίτερη ανάδειξη των ζητημάτων της νέας εργατικής βάρδιας και η προσπάθεια μετάγγισης της μεγάλης κινηματικής εμπειρίας από τους χώρους της νεολαίας την τελευταία τριετία, μπορούν να παίξουν καταλυτικό ρόλο σε αυτήν την προσπάθεια. Πρόσθετα, η νΚΑ μπορεί να απευθυνθεί στο νεολαιίστικο δυναμικό της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α με ειδικό τρόπο, στην βάση της πολιτικής της συμφωνίας, στην προσπάθεια συγκρότησης πολιτικό-συνδικαλιστικών συσπειρώσεων σε χώρους που δρα η νεολαία. Ακόμη περισσότερο, μπορούμε να «επενδύσουμε» πολιτικά σ’ αυτό το δυναμικό και στην ουσιαστική συμβολή του για την δημιουργία ενός αντικαπιταλιστικού επαναστατικού ρεύματος στην νεολαία με ενιαία χαρακτηριστικά και την ενίσχυση της γραμμής του πόλου σε όλα τα μέτωπα που θα ανοίγουν.

    Βέβαια, αυτά τα πολιτικά βήματα οφείλουν να ολοκληρωθούν και οργανωτικά, να φτιαχτεί εκείνο το πεδίο όπου το αντικαπιταλιστικό δυναμικό θα μπορεί να έχει αποφασιστικό ρόλο. Η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α πρέπει να κάνει νέα πολιτικά και οργανωτικά βήματα το επόμενο διάστημα ώστε να προσεγγίζει ένα σύγχρονο μέτωπο των δυνάμεων και αγωνιστών της αντικαπιταλιστικής και επαναστατικής αριστεράς τόσο στο περιεχόμενο όσο και τις μορφές συγκρότησης. Η λειτουργία της ΑΝΤΑΡΣΥΑ φανερώνει μια αυτονόμηση του κεντρικού συντονιστικού από τις διαδικασίες των αντικαπιταλιστικών συνελεύσεων, κατάσταση που οφείλουμε να υπερβούμε το επόμενο διάστημα. Σε κάθε περίπτωση, τα μέλη της νΚΑ που εκπροσωπούν την οργάνωση στο κεντρικό συντονιστικό μεταφέρουν τις αποφάσεις και τις πολιτικές κατευθύνσεις της οργάνωσης που αποφασίζονται κα κρίνονται διαρκώς από τις οργανώσεις βάσεις.

    Βασικός στόχος μας είναι στην πορεία προς την πανελλαδική συνέλευση της ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α, η νΚΑ και το ΝΑΡ να παίξουν αποφασιστικό ρόλο ώστε η ΑΝΤ.ΑΡ.ΣΥ.Α:

  • Να επεξεργαστεί, να στηρίξει και να προβάλλει τις θέσεις της πάνω στην εργατική-αντικαπιταλιστική απάντηση στην κρίση.
  • Να καταλήξει με σαφήνεια για την παρέμβασή της σε όλα τα μεγάλα πολιτικά και κινηματικά ζητήματα της επόμενης φάσης, από τους αγώνες ενάντια στην επίθεση έως τις τοπικές- περιφερειακές εκλογές
  • Να έρθει σε επαφή παντού στην Ελλάδα με τον κόσμο που την στήριξε και προσανατολίζεται σήμερα προς την αντικαπιταλιστική αριστερά και να οργανωθούν οι συλλογικότητες βάσης στους κλάδους, τις γειτονιές και τις πόλεις, να αποκτήσουν την δική τους ζωή, τα όργανά και τις δραστηριότητές τους.
  • Να αναπτυχθεί η συμμετοχή όλων των αγωνιστών στις πολιτικοσυνδικαλιστικές συσπειρώσεις στους κλάδους και τις γειτονιές, να ενισχυθεί η όσμωση όλου αυτού του δυναμικού και να ξεπεραστούν με συντροφικό τρόπο προβλήματα όπου εμφανίστηκαν
  • Να στηρίξει τις επιλογές των εργατικών συσπειρώσεων, των κινήσεων πόλης και των νεολαιίστικων σχημάτων τόσο στο κίνημα όσο και στις εκλογικές αναμετρήσεις.
  • Να συζητηθούν πλατιά και να αποφασιστούν τα επόμενα βήματα στην οργανωτική της συγκρότηση με κέντρο τον αναβαθμισμένο ρόλο όλου του δυναμικού της ενταγμένου και ανένταχτου.Πρέπει να απασχολήσει τη συζήτηση της οργάνωσης η συμπλήρωση των πλευρών τις οποίες θα αναδεικνύει στην ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Στην πορεία προς την πανελλαδική συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ θέλουμε η νΚΑ να συμβάλλει στην αναζωογόνηση των αντικαπιταλιστικών συνελεύσεων, την ενίσχυση του πολιτικού χαρακτήρα της συζήτησης για τη φυσιογνωμία και την παρέμβασή της στα μέτωπα. Σε σύνδεση με αυτό το πολιτικό στοίχημα βλέπουμε και τη συζήτηση για το οργανωτικό μοντέλο και δεν το αντιμετωπίζουμε ξεκομμένα ως «πρόβλημα προς επίλυση».Με βάση και αυτά τα κριτήρια, προχωράμε άμεσα σε γύρο συνεδριάσεων των οργανώσεων βάσης πανελλαδικά με το κείμενο του Γραφείου της Πολιτικής Επιτροπής του ΝΑΡ.

    3. Η νεολαία Κομμουνιστική Απελευθέρωση

    Α. Για το συνέδριο μας

    Η διαδικασία του Συνεδρίου, όχι μόνο οι τρεις μέρες αλλά και όλη η πορεία μέχρις εκεί, αποτελούν κατάκτηση και παρακαταθήκη για την νΚΑ. Δεν ήταν καθόλου δεδομένου εξαρχής ότι θα μπορούσε να οργανωθεί και να υπηρετηθεί ένα σχέδιο δημοκρατικής και ανοιχτής συντροφικής συζήτησης που να καταλήξει σε μια ενωτική πανελλαδική διαδικασία της οργάνωσης μας.

    Ενδεικτικά σημειώνουμε:

  • Έλαβαν χώρα εκατοντάδες συνεδριάσεις των ΟΒ σε όλη την Ελλάδα, αφού οι Οργανώσεις Βάσεις πανελλαδικά, συνεδρίασαν τουλάχιστον 5 φορές έκαστη με θέμα το Συνέδριο. Αυτό αποτελεί μια πρωτόγνωρη πραγματικότητα για την νΚΑ.
  • Η κουλτούρα και ο πολιτισμός της συζήτησης στις ΟΒ είναι τα θεμέλια για την επόμενη μέρα στην νΚΑ. Στην μεγάλη πλειοψηφία των Συνεδριάσεων οι διαφορετικές αντιλήψεις συζητήθηκαν με όρους πραγματικής συντροφικής αντιπαράθεσης κάτι που βοήθησε στην ανάδειξη των στρατηγικών πλευρών των διαφορετικών προσεγγίσεων.
  • Το Συνέδριο της νΚΑ αποτέλεσε γεγονός για όλη την Αντικαπιταλιστική Αριστερά και ιδιαίτερα για την νεολαία της αντικαπιταλιστικής αναζήτησης και πάλης. Εκατοντάδες αγωνιστές είχαν τα μάτια τους στραμμένα προς το συνέδριο μας, παρακολούθησαν τον Προσυνεδριακό διάλογο με ενεργητικό τρόπο και βέβαια περιμένουν τις πολιτικές πρωτοβουλίες της επόμενης μέρας του Συνεδρίου μας.
  • Στην πορεία προς το Συνέδριο, προβάλαμε τις θέσεις μας προς τον κόσμο του αγώνα και της αντικαπιταλιστικής πάλης. Καταφέραμε να πάμε σ’ ένα συνέδριο με την ματιά μας προς τα έξω. Το γεγονός αυτό μας οδήγησε και σε νέες εντάξεις, που σε συνδυασμό και με την ανάπτυξη της νΚΑ τα τελευταία χρόνια, έκαναν το τρίτο συνέδριο να είναι το συνέδριο της μαζικότερης νΚΑ από την ίδρυση της.Συνολικά και αυτοκριτικά, μπορούμε να χαρακτηρίσουμε το Συνέδριο μας ως ένα αποφασιστικά θετικό βήμα που μένει να ολοκληρωθεί. Δεν έλειψαν πολιτικά προβλήματα και αδυναμίες, ωστόσο κάτι τέτοιο ήταν αναπόφευκτο για μια οργάνωση που μετρούσε εφτά ολόκληρα χρόνια από την τελευταία πανελλαδική της διαδικασία. Ένα διάστημα που οδήγησε στην απουσία ενιαίου πολιτικού ιστού και ενιαίας πανελλαδικής συζήτησης στην οργάνωση μας, διαρρηγνύοντας την δυνατότητα ενιαίας και συλλογικής κατάκτησης και βαθέματος των επεξεργασιών μας. Αποτέλεσμα αυτών των αδυναμιών είναι και το γεγονός ότι δημιουργήθηκαν άξονες που «εγκλώβισαν» εν πολλοις την συζήτηση, εξωθώντας το κοινωνικό κριτήριο και την πλούσια κινηματική και πολιτική εμπειρία της νΚΑ πολλές φορές εκτός αυτής.Μετά το τρίτο συνέδριο της νΚΑ, μιλάμε από καλύτερες θέσεις.

    Η συλλογική συζήτηση και οι συλλογικές μας αποφάσεις θα κριθούν στην πολιτική, ιδεολογική και οργανωτική ανασυγκρότηση της οργάνωσης μας, στην αποφασιστική συμβολή μας στο 3ο Συνέδριο του ΝΑΡ, αλλά κυρίως στην ανώτερη συμβολή μας στην συγκλονιστική καμπή της ταξικής πάλης που σηματοδότησε η καπιταλιστική κρίση.

    Β. Αυτοτελής Παρέμβαση

    Είναι κοινός τόπος της συλλογικής μας συζήτησής μέχρι σήμερα η έλλειψη ή και παντελής απουσία πολλές φορές της αυτοτελούς παρέμβασης της οργάνωσης. Στις συνθήκες που παραπάνω περιγράψαμε, της όξυνσης του κοινωνικού ζητήματος και της αγωνιστικής ανάτασης χιλιάδων εργαζόμενων σε όλη τη χώρα, πρέπει να δοκιμαστεί καταρχήν η προσπάθεια αναβάθμισης του ρόλου και της δυνατότητας αδιαμεσολάβητης παρέμβασης στο κίνημα της νεολαίας Κομμουνιστική Απελευθέρωση. Αυτή η προσπάθεια δεν αφορά κάποιο φετιχισμό, αλλά είναι προϋπόθεση για την δοκιμασία πλευρών της πολιτικής μας γραμμής η οποία πρέπει να έχει σαν κριτήριο την κάλυψη του χάσματος μεταξύ της συζήτησης για τη στρατηγική, την πολιτική πρόταση και την άμεση κινηματική και πολιτική τακτική. Στο πλαίσιο αυτό, παλεύουμε για την αναστροφή μιας υπάρχουσας κατάστασης που αποδίδει τη συζήτηση για την πολιτική πρόταση στις εκλογές, τη συζήτηση για τη στρατηγική σε ημερίδες και πολιτικές εκδηλώσεις, με αποτέλεσμα να αδυνατίζει τελικά η ίδια η προσπάθεια δημιουργίας ενός αντικαπιταλιστικού πολιτικού ρεύματος στη νέα εργατική βάρδια και τη νεολαία γενικότερα, που θα έρθει σε ρήξη κι αναμέτρηση με την αστική επίθεση.

    Στην πράξη, η αναγκαία «εργατική στροφή», που συλλογικά αναγνωρίζουμε σαν ανάγκη της οργάνωσης, φέρει σαν κομβικό σημείο της την αυτοτελή εξόρμηση των δυνάμεων της κομμουνιστικής επαναθεμελίωσης στη νεολαία των 400 και 500 ευρώ, της διαρκούς επανακατάρτισης κι εργασιακής ανασφάλειας. Με αυτή την έννοια, η πάλη για «άνοιγμα» των κοινωνικών τμημάτων της νεολαίας που συμμετέχουν στη μάχη ενάντια στα νέα μέτρα του ΠΑΣΟΚ και την ευρύτερη επίθεση και η πολιτική κλιμάκωση απαιτούν την αυτοτελή πολιτική παρουσία της νΚΑ και του ΝΑΡ. Η προσέγγιση των χιλιάδων νέων της περυσινής εξέγερσης και των δυνητικών μελλοντικών κοινωνικών εκρήξεων είναι καθήκον της οργάνωσης, η οποία δεν απορρίπτει και δεν υποτιμά την παρέμβαση των μετωπικών πρωτοβουλιών αλλά θεωρεί αναγκαία κι ενισχυτική την παρουσία της πολιτικής οργάνωσης ως πρωταρχικού κρίκου στη συγκρότηση του επαναστατικού υποκειμένου και τη διαμόρφωση της αντικαπιταλιστικής συνείδησης και πρακτικής.

    Η διαρκής προσπάθεια για την πολιτική ενοποίηση της υπάρχουσας και δυνητικής νέας εργατικής βάρδιας, περνά μέσα από την ανάδειξη της δυνατότητας ενός ριζικά διαφορετικού μοντέλου ζωής στο σήμερα, που προϋποθέτει την επαναστατική κι αντικαπιταλιστική πάλη. Συγκροτεί πρόγραμμα διεκδικήσεων και πολιτικών στόχων αντικαπιταλιστικής απάντησης στην κρίση, γνωρίζοντας πως η οριστική διέξοδος από την κρίση των δυνάμεων της εργασίας μπορεί να είναι μονάχα επαναστατική.

    Κρίνουμε πως οι απαιτήσεις πολιτικής κλιμάκωσης αφορούν με εντονότερο τρόπο σήμερα την πάλη για ανατροπή της κυβέρνησης και κάθε εκφραστή αυτής της πολιτικής κι αυτήν για την αντικαπιταλιστική – διεθνιστική αποδέσμευση από την ΕΕ και τις ενώσεις του κεφαλαίου. Στην απαίτηση αυτή η αυτοτελής παρέμβασή μας θα κριθεί το επόμενο διάστημα σε τρία επίπεδα α) την καμπάνια για το ρόλο της ΕΕ, ειδικά σε σχέση με τη νεολαία, με στοιχειοθέτηση και πολιτική τοποθέτηση που δεν θα αναιρεί αλλά θα καταδικάζει την κυβέρνηση ως εκφραστή της επίθεσης και των αστικών συμφερόντων (με προκήρυξη και αφίσα) β)τη συζήτηση για την αριστερά της εποχής μας στο πλαίσιο των εκδηλώσεων 20 χρόνων του ΝΑΡ αλλά και αυτοτελώς με συσκέψεις και στο δρόμο για την πανελλαδική συνδιάσκεψη της ΑΝΤΑΡΣΥΑ, γ) την εξόρμηση με βασικό εργαλείο την απόφαση του Συνεδρίου στο αντικαπιταλιστικό δυναμικό ως συμβολή στη στρατηγική της Κομμουνιστικής απελευθέρωσης, θεματολογία που πρέπει να λάβει στα υπόψη και η έκδοση του επόμενου τεύχους των αναιρέσεων, που πρέπει να είναι έτοιμο για την ενίσχυση της μάχης της πρωτομαγιάς.

    Η όλη προσπάθεια απεύθυνσής μας σε τμήματα «ξένα» προς την οργανωτική μας κατάσταση και πολιτική επιρροή αποτελεί συλλογικό καθήκον της οργάνωσης και με αυτό τον τρόπο πρέπει να επιμεριστεί.

    Β. Για την οργάνωση της δουλειάς μας

    Το Κεντρικό Συμβούλιο προχωράει στη συγκρότηση των επιτροπών του για την ενίσχυση της πολιτικής ιδεολογικής και θεωρητικής συζήτησης και τοποθέτησης, γύρω από μια σειρά ζητήματα την επόμενη περίοδο. Οι επιτροπές του Κεντρικού Συμβουλίου, οι οποίες αποτελούνται από συντρόφους και συντρόφισσες από όλη την οργάνωση πανελλαδικά και δεν περιορίζονται μόνο στα μέλη του Κεντρικού Συμβουλίου και των οργάνων, είναι ομάδες εργασίας που επιδιώκουν να λειτουργήσουν ενισχυτικά προς τη συλλογική συζήτηση της οργάνωσης κι όχι να την υποκαταστήσουν.

    Λαμβάνοντας υπόψη τις ως τώρα αδυναμίες μας στο θέμα των επιτροπών, που δεν περιορίζονται μόνο στον εκφυλισμό και ενίοτε τη νεκρανάστασή, αλλά και στην αυτονόμηση και αυτοτελή παρέμβασή τους, πρέπει να διασαφηνίσουμε τα εξής:

    Οι επιτροπές δεν είναι όργανα, δεν αναλαμβάνουν την πολιτική ευθύνη της παρέμβασης μας σε συγκεκριμένα μέτωπα και δεν υποκαθιστούν την αναγκαία συζήτηση γύρω από αυτά. Όλες οι επιτροπές όπως και οι σύντροφοι-ισσες που συμμετέχουν είναι ανακλητοί εξίσου από την οργάνωση και το ΚΣ. Δεν επιδιώκουμε να φτιάξουμε «ομάδες ειδικών», αλλά να αξιοποιήσουμε την εμπειρία συντρόφων σε συγκεκριμένα μέτωπα προς όφελος συλλογικά της οργάνωσης.

    Το Κ.Σ. της νΚΑ
    Αθήνα, 14 Μάρτη 2010

  • Advertisements

    Σχολιάστε

    Συνδεθείτε για να δημοσιεύσετε το σχόλιο σας:

    Λογότυπο WordPress.com

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

    Φωτογραφία Twitter

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

    Φωτογραφία Facebook

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

    Φωτογραφία Google+

    Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

    Σύνδεση με %s

     
    Αρέσει σε %d bloggers: