ΕΘΝΙΚΟ ΚΡΑΤΟΣ & ΕΥΡΩΠΑΪΚΗ ΟΛΟΚΛΗΡΩΣΗ
Δημοσιεύθηκε από nkathes στο Σεπτεμβρίου 30, 2008
Ανταγωνισμοί για τα κέρδη – Αδιατάρακτη ενότητα στην εκμετάλλευση…
της Αντωνίας Λεγάκη
Χρόνια τώρα, η αστική ρητορεία προβάλει την επιτυχή συμμετοχή του ελληνικού κράτους στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, ως αναγκαία και ικανή συνθήκη για πανκοινωνική ευημερία. Όμως, οι αλλεπάλληλες «λιτότητες», «αναγκαίες θυσίες» κλπ, έχουν πλέον εξαντλήσει τα αποθέματα πειθούς της εν λόγω φιλολογίας και ήδη, μεγάλα τμήματα της κοινωνίας αμφισβητούν, από διαφορετικές αφετηρίες και δρόμους, την κοινωνική αυταξία του ευρωμονόδρομου. Παρά ταύτα, ενώ το ευρωπαϊκό και εγχώριο κεφάλαιο οξύνουν ταχύτατα την επίθεσή τους στην εργατική τάξη, οι σχετικές αναζητήσεις της πλειοψηφίας των εργαζομένων (αλλά και αριστερών πολιτικών δυνάμεων), κινούνται ανάμεσα σε προβληματισμούς όπως: «υπεράσπιση του εθνικού κράτους έναντι της Ε.Ε.» ή «αποδέσμευση σημαίνει επιστροφή στο ελληνικό «μπακάλικο», άρα καλύτερα ίσως αλλαγή των συσχετισμών στην Ε.Ε» είτε «η αντικαπιταλιστική αποδέσμευση είναι ανέφικτη ή μελλοντικός στόχος ( για να μην πούμε μακρινό όνειρο) για την εργατική τάξη, θα ήταν συνεπώς χρήσιμη η συμμαχία της με κάποιες αστικές μερίδες – εγχώριες ή διεθνείς – ανταγωνιστικές με τις κυρίαρχες» κ.ά.. Κοινό στοιχείο των παραπάνω προβληματισμών, αποτελεί η αντίληψη ότι ο ενδοαστικός ανταγωνισμός σημαίνει έλλειψη ενότητας και στην εκμετάλλευση, άρα μπορεί να παράξει οφέλη για την εργατική τάξη. Εύλογα, υπό αυτό το πρίσμα, μια συμμαχία της εργατικής τάξης με αστικές μερίδες, υπό προϋποθέσεις, θα ήταν επωφελής και για την ίδια…
Οι παραπάνω προσεγγίσεις είναι εσφαλμένες, όχι γιατί «νοθεύουν» την «καθαρή» επαναστατική γραμμή, αλλά γιατί, πρώτα απ’ όλα, παραβλέπουν τα πραγματικά δεδομένα της σύγχρονης καπιταλιστικής ανάπτυξης και κρίσης, που δημιούργησαν και τροφοδότησαν το διεθνές καπιταλιστικό πλέγμα και τις ολοκληρώσεις ως επιμέρους μορφές του. Η εγγενής τάση συγκέντρωσης, συγκεντροποίησης και διεθνοποίησης του κεφαλαίου, τροφοδότησε – εκρηκτικά μετά την εκδήλωση της κρίσης της δεκαετίας του ’70 – την ανάπτυξη των πολυεθνικών πολυκλαδικών μονοπωλίων και οδήγησε, μεταξύ άλλων, στη σημερινή διεθνή δράση και κυριαρχία τους. Πραγματοποίησαν την πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου και την πολιτική συγκρότηση της κυριαρχίας τους στα πλαίσια του εθνικού κράτους, πριν «εφορμήσουν» προς τον διεθνή ανταγωνισμό, αυτοτελώς και διά του εθνικού κράτους. Ο ολοένα και πιο οξύς ανταγωνισμός μεταξύ τους, δεν εμποδίζει τις συμπράξεις σε ομίλους ή σε ολοκληρώσεις διά των εθνικών κρατών, προκειμένου να εξασφαλίζεται αποτελεσματικότερα, αφ’ ενός, η εκμετάλλευση της εργατικής τάξης εντός και πέριξ συγκεκριμένης γεωγραφικής περιοχής, αφ’ ετέρου ο, από καλύτερες θέσεις, διεθνής ανταγωνισμός, έναντι άλλων ολοκληρώσεων ή εθνικών κρατών. Στην εξέλιξη της παραπάνω διαδικασίας, εντάχθηκε οργανικά, το σύνολο των αστικών τάξεων και των επιμέρους μερίδων τους, μια που η διεθνής δράση του κεφαλαίου, αποτελεί πλέον, οργανική προϋπόθεση για την αναπαραγωγή του και σε εθνικό επίπεδο.
Η ποικιλία των μορφών με τις οποίες δραστηριοποιείται το κεφάλαιο -αυτοτελώς ή δια των εθνικών κρατών και των ολοκληρώσεων – καθώς και οι πολυπλόκαμοι ανταγωνισμοί του, δεν αντανακλούν αντίστοιχες διαφοροποιήσεις στην γραμμή της εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Αντιθέτως, η ανταγωνιστικότητα και η ισχύς της εταιρίας, του εθνικού κράτους ή της ολοκλήρωσης, οικοδομείται με την κερδοφορία που αποσπάται μέσω της εντεινόμενης εκμετάλλευσης της εργατικής τάξης. Αυτή ακριβώς η αλήθεια, επωφελής για το σύνολο του διεθνούς κεφαλαίου, αποτελεί και τη βάση, στην οποία εδράζονται όλα τα τραστ, οι όμιλοι, οι ολοκληρώσεις, οι συμμαχίες, κλπ. Και σε αυτήν τη βάση, δεν καταγράφεται ποτέ καμία διαταραχή στις συμμαχίες, κανένας ανταγωνισμός των αστικών τάξεων ή κάποιας μερίδας τους. Στην καπιταλιστική ζούγκλα, οι ανταγωνισμοί αφορούν το μοίρασμα της λείας και ποτέ τη διάσωση του θύματος, όπως και στην πραγματική ζούγκλα άλλωστε, όπου καμία αντιλόπη δεν σώθηκε, επειδή πάλευαν τα λιοντάρια για το ποιο θα την πρωτοφάει…
Στο παραπάνω πλαίσιο, η ευρωπαϊκή ολοκλήρωση αποτελεί κοινό, αναγκαίο και επικερδή στόχο τόσο του ευρωπαϊκού, όσο και του ελληνικού κεφαλαίου. Εθνικό κράτος και υπερεθνική ολοκλήρωση, κινούνται, αλληλοδιαπλεκόμενα και ταυτόχρονα προς την ίδια κατεύθυνση, με ενίσχυση του ενός ή του άλλου, όπου υπάρχει αντίστοιχη ανάγκη του κεφαλαίου. Η ενίσχυση του υπερεθνικού αποτελεί αναγκαιότητα για την επιτυχία της ολοκλήρωσης, που αποτελεί κοινό κεντρικό στόχο του ευρωπαϊκού κεφαλαίου, προκειμένου η ένωση να διεκδικήσει ανταγωνιστικό παγκόσμιο ρόλο. Ταυτόχρονα, η ενίσχυση αυτή, εξυπηρετεί τα εθνικά κράτη που, κινούμενα στην ίδια κατεύθυνση, επιτυγχάνουν μεγαλύτερες ταχύτητες με λιγότερους κοινωνικοπολιτικούς τριγμούς (π.χ. αντιδραστικές μεταρρυθμίσεις στην κοινωνική ασφάλιση, στρατηγική της Λισσαβώνας για την εργασία κ.ά.). Με την πολιτική αυτοματοποίηση στην εντατική και εκτατική ανάπτυξη των καπιταλιστικών σχέσεων που προσφέρει ο υπερεθνικός σχηματισμός, κερδοφορούν και το εθνικό κράτος και οι εγχώριες αστικές τάξεις από τη μεσαιωνική εκμετάλλευση των εργατικών τάξεων. Μια κερδοφορία, που κατόπιν μεταφράζεται σε ισχύ στον ενδοκαπιταλιστικό ανταγωνισμό, εντός και εκτός ολοκλήρωσης. Παράλληλα, το εθνικό κράτος διατηρεί τον αποφασιστικό του ρόλο για την ίδια της ύπαρξη της ολοκλήρωσης – χαρακτηριστικά στη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη διατυπώθηκε πανηγυρικά η κατ’ εντολή των εθνικών κρατών αρμοδιότητα της Ένωσης – μια που οι ολοκληρώσεις είναι στρατηγικού χαρακτήρα για το κεφάλαιο, αλλά όχι απαραίτητα και για πάντα αυτή η ολοκλήρωση.
Οι προβλεπόμενες διαρθρωμένες συνεργασίες εντός της Ε.Ε. αποτυπώνουν με ευκρίνεια το καπιταλιστικό πλέγμα. Η αναβάθμιση χωρών όπως η Ελλάδα, μέσω της συμμετοχής τους στις διαρθρωμένες συνεργασίες, δεν εξισώνει σε ισχύ τα κράτη μέλη, αντιθέτως, κάθε εθνικό κράτος διαπλέκεται με την ολοκλήρωση, με διαφορετικούς όρους και ταχύτητες. Όπως ακριβώς, με ποικίλους όρους και ταχύτητες είναι προσδεδεμένο στην ολοκλήρωση κάθε εγχώριο κεφάλαιο. Για παράδειγμα, τα Κοινοτικά Πλαίσια Στήριξης (ΚΠΣ) και οι επιδοτήσεις, που αποτελούν τρανταχτό παράδειγμα αναδιανομής του εισοδήματος της εργατικής τάξης σε όφελος του κεφαλαίου, τροφοδοτούν, ταυτόχρονα και με διαφορετικούς όρους, τόσο τις πιο δυναμικές μερίδες της ελληνικής αστικής τάξης, όσο και τις πιο αδύναμες. Τα μεγάλα έργα του ελληνικού δημοσίου που κατασκευάζουν οι πιο δυναμικοί κατασκευαστικοί όμιλοι εταιριών, χρηματοδοτούνται από τα ΚΠΣ, αλλά και δεκάδες μικρότερες επιχειρήσεις που διαπλέκονται με το κράτος και αναλαμβάνουν προγράμματα ή εισπράττουν επιδοτήσεις για την όποια επιχειρηματική τους δραστηριότητα.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση διατυπώνει, στη Μεταρρυθμιστική Συνθήκη της Λισσαβόνας, την πρόθεση πολιτικής ηγεμονίας στην ευρύτερη γειτονιά της, διαμόρφωσης σφαιρών επιρροής της, αλλά και αναβαθμισμένου παγκόσμιου πολιτικού ρόλου. Με πολιτικά, αλλά και στρατιωτικά μέσα «για την προώθηση της ενσωμάτωσης όλων των χωρών στην παγκόσμια οικονομία»... Στη διαδικασία αυτή το εθνικό κράτος δεν ακολουθεί, πρωταγωνιστεί, μαζί με το ιμπεριαλιστικό κέντρο. Τα εθνικά κράτη μέλη, δεσμεύονται να παρέχουν τις δικές τους στρατιωτικές δυνάμεις και εξοπλισμό, για την εξασφάλιση της επιθυμητής επιχειρησιακής αυτονομίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης σ’ αυτές στρατιωτικές επεμβάσεις στο εξωτερικό, αλλά και στο εσωτερικό (για την αντιμετώπιση ασύμμετρων απειλών). Η συμμετοχή του ελληνικού κράτους στη μόνιμη διαρθρωμένη στρατιωτική συνεργασία, συνεπάγεται ασφαλώς απολαβές, όπως, μεγαλύτερο κομμάτι από τη λεία της εκτατικής ανάπτυξης των καπιταλιστικών σχέσεων σε νέες αγορές, ενίσχυση της ιμπεριαλιστικής δράσης και του ρόλου του στα Βαλκάνια, ενίσχυσή του στο πλαίσιο του ανταγωνισμού του με την Τουρκία κλπ. Ταυτόχρονα, στο εσωτερικό, ο ελληνικός στρατός έχει αναπροσαρμόσει το κεντρικό του δόγμα από την «άμυνα της πατρίδας» στην «αντιμετώπιση ασσύμετρων απειλών» και στους προληπτικούς πολέμους, προοιωνίζεται στράτευση στα 18 χρόνια, ενώ ήδη ελληνικά στρατεύματα «αμύνονται» στο Αφγανιστάν και τα Βαλκάνια. Σ’ αυτό το πλαίσιο, η τεράστια εξαγωγή ελληνικού κεφαλαίου στα Βαλκάνια και η μόνιμη και σταθερή παρουσία του ελληνικού στρατού εκεί, αφ’ ενός περιφρουρούν τις επενδύσεις, αφ’ ετέρου συγκροτούν πολιτική ισχύ, ικανή να προωθεί περαιτέρω τα ελληνικά καπιταλιστικά συμφέροντα. Είναι προφανές, ότι από αυτή τη δράση του ελληνικού κεφαλαίου και του κράτους του, κανένα όφελος δεν αποκόμισε η ελληνική εργατική τάξη, πολλώ δε μάλλον η Βαλκανική. Αντιθέτως, επέκτεινε και εμβάθυνε τις εκμεταλλευτικές σχέσεις στο εσωτερικό (και στα Βαλκάνια βέβαια)και άσκησε πίεση στα εργατικά εισοδήματα, προκειμένου να αποσπασθεί μεγαλύτερο ποσοστό υπεραξίας, για μεγαλύτερη κερδοφορία και άρα κεφάλαια προς εξαγωγή στο διεθνές ανταγωνιστικό περιβάλλον.
Τα φαινόμενα αυτά, οξύνονται ακόμη περισσότερο, όσο οξύνεται και η κρίση του συστήματος και αναδεικνύουν ότι η ολοκλήρωση αποτελεί οργανικό στοιχείο για την εξασφάλιση των όρων αναπαραγωγής και κυριαρχίας της εγχώριας αστικής τάξης και δεν υπάρχει καμία μερίδα της, μη διαπλεκόμενη με αυτήν. Με άλλα λόγια, δεν υπάρχει αστική μερίδα, εν δυνάμει έστω, σύμμαχος της εργατικής τάξης στο αίτημα για αποδέσμευση – πολύ περισσότερο αντικαπιταλιστική – από την Ε.Ε., και γι’ αυτό δεν μπορεί να ικανοποιηθεί αυτό, από καμία «αριστερή και προοδευτική» αστική κυβέρνηση. Η αντικαπιταλιστική αποδέσμευση δεν μπορεί, παρά μόνο να επιβληθεί, με την μαζική, επαναστατική δράση της χειραφετημένης εργατικής τάξης. Αυτή η βίαιη επιβολή της διάσπασης στην οργανική σχέση που συνδέει το ελληνικό κεφάλαιο με την ολοκλήρωση, δεν κλονίζει απλώς την αστική κυριαρχία, αλλά, εξ αντικειμένου, θέτει ζήτημα εξουσίας, και συνεπώς, είτε επαναστατικής ανατροπής της αστικής κυριαρχίας για την συνολική κοινωνική απελευθέρωση είτε συντριβής από τις «αλληλέγγυες» δυνάμεις της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Aποκαλυπτική σχετικά, ήταν η πρόσφατη άσκηση «HELBROC» του ευρωστρατού στην Ελλάδα, κατά την οποία, στρατιωτικές δυνάμεις αντιμετώπιζαν αντι-ευρωπαίους διαδηλωτές… Υπό αυτό το πρίσμα, το αίτημα της αντικαπιταλιστικής αποδέσμευσης και της επαναστατικής ανατροπής, αποδεικνύονται σήμερα αλληλένδετα, εφικτά και επίκαιρα όσο ποτέ.
Δημοσιεύτηκε στο ΠΡΙΝ την Κυριακή 28/09/2008